ασβεστόλιθος

Ένα από τα πιο διαδεδομένα ιζηματογενή πετρώματα. Αποτελείται κυρίως από ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3) μέχρι 50%, συμμετέχουν όμως πάντοτε διάφορες άλλες ουσίες σε ποικίλες αναλογίες. Το χρώμα του επίσης ποικίλλει από υπόλευκο έως υποκίτρινο, υπέρυθρο, ιώδες, καστανό, υποκύανο, μαύρο, ανάλογα με τις προσμείξεις με ξένες ουσίες (οξείδια σιδήρου, μαγγανίου, οργανικές ενώσεις κλπ.). Οι α. διαλύονται εύκολα στο υδροχλωρικό οξύ, ακόμα και στο αραιό, με έντονο αναβρασμό. Η δομή τους είναι ποικίλη· μεταξύ των κυριοτέρων διακρίνονται η σακχαρώδης, η συμπαγής, η ωολιθική, η χονδροκρυσταλλική, η γαιώδης κλπ. Το ειδικό βάρος του α. κυμαίνεται μεταξύ 2,4 και 2,7 γρ. ανά κ. εκ. Η αντοχή τους στη συμπίεση κυμαίνεται από 500 έως 1.500 κιλά ανά τ. εκ. Οι α. είναι ιζήματα που οφείλουν τη γένεσή τους στην καθίζηση του ανθρακικού ασβεστίου (CaCO3), το οποίο προέρχεται από τη διάσπαση του όξινου ανθρακικού ασβεστίου Ca(HCO3)2, όταν διαλυθεί μέσα στο νερό (χημικά ιζήματα)·στη συσσώρευση λειψάνων ζώων ή φυτών (οργανογενείς α.) ή στην απόθεση μικροσκοπικών θραυσμάτων που προέρχονται από τη διάλυση προϋπαρχόντων ασβεστολιθικών πετρωμάτων (κλαστικοί α.). Καμιά φορά συμβαίνει να αλλάζει η αρχική δομή των α. με μεταμόρφωσή τους υπό την επίδραση χημικών ή μηχανικών αιτίων (ιδίως των οργανογενών) και να παράγεται ένα νέος τύπος μεταμορφωμένων α. τελείως ανακρυσταλλωμένων, που ονομάζονται μάρμαρα. Οι α. απαντώνται σε όλες τις ηπείρους και σε όλες τις γεωλογικές περιόδους σε αποθέσεις συχνά μεγάλου πάχους. Στην Αμερική, τα Βραχώδη Όρη αποτελούνται από α., στην Ευρώπη η οροσειρά των Άλπεων, τα Απένινα, οι Δειναρικές και οι Ελληνίδες οροσειρές που σχηματίστηκαν κατά τις αλπικές πτυχώσεις (καινοζωικός αιώνας) αποτελούνται κυρίως από α. Λόγω της μεγάλης διάδοσής τους σε όλες τις ηπείρους και της εύκολης επεξεργασίας τους, οι α. είναι από τα πετρώματα που έχουν ευρύτατη εφαρμογή και οικονομική σημασία. Χρησιμοποιούνται ως δομικά υλικά για την επίστρωση δρόμων και σιδηροτροχιών και ως διακοσμητικά υλικά (μάρμαρα) για το εσωτερικό αλλά και τις προσόψεις κτιρίων. Η ασβεστοποίηση των α. με καμίνευση γίνεται με διάσπαση του ανθρακικού ασβεστίου σε υψηλή θερμοκρασία που μας δίνει οξείδιο του ασβεστίου ή ενεργό άσβεστο που χρησιμοποιείται στις οικοδομές. Οι α. που περιέχουν προσμείξεις (αργιλικές) σε ορισμένες αναλογίες χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία για την κατασκευή τσιμέντου (φυσικό τσιμέντο). Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ανάμειξη καθαρού ασβεστολιθικού αργιλίου σε κανονική αναλογία (τεχνητό τσιμέντο Πόρτλαντ). Στη γεωργία οι α. χρησιμοποιούνται σε ορισμένη αναλογία και επεξεργασμένοι φυσικά για τον εμπλουτισμό των όξινων εδαφών· στη χημική βιομηχανία για την παρασκευή του ανθρακικού νατρίου, του νιτρικού ασβεστίου, των συνθετικών φαινολών, καθώς και στην παραγωγή ζάχαρης από τα ζαχαρότευτλα. Όπως άλλα ιζηματογενή πετρώματα, οι α. μπορεί να περικλείουν στη μάζα τους συσσωρεύσεις πετρελαίου ή φυσικών αερίων. Κρύσταλλοι ασβεστίτη, διαδομένου ορυκτού του ασβεστίου (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο φωτ. Igda). Τα ασβεστολιθικά πετρώματα προσβάλλονται σε μέγιστο βαθμό από τη διαβρωτική δράση των ατμοσφαιρικών παραγόντων και έτσι παίρνουν περίεργες μορφές (φωτ. Igda). Δείγμα ασβεστόλιθου μαγιολικού τύπου, που σχηματίστηκε σε πελάγιο περιβάλλον (φωτ. Igda). Αποθέσεις ασβεστόλιθου στο Παμούκ-Καλέ της Τουρκίας, που σχηματίστηκε με εναπόθεση ανθρακικού ασβεστίου διαλυμένου σε ιαματικά νερά (φωτ. Bevilacqua). Τρόχος ο αμερικανικός, είδος όμοιο με τον ευρασιατικό ασβό, αλλά πιο μικρό (μήκος 60 εκ.) είναι ευρύτατα διαδεδομένος στη Βόρεια Αμερική. Ο ασβός, ζώο της οικογένειας των μουστελιδών, μήκους (με την ουρά) 80 εκ., ζει στα ορεινά δάση της Ευρασίας (φωτ. Igda).
* * *
ο
πέτρωμα με κύριο συστατικό το ανθρακικό ασβέστιο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ασβεστόλιθος — ο πέτρωμα από ασβεστίτη, τιτανόλιθος: Από τους ασβεστόλιθους γίνεται, με την καμίνευση, το ασβέστι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάρμαρο — Ασβεστόλιθος οργανικής προέλευσης με σακχαρώδεις κόκκους, ο οποίος προέκυψε ύστερα από έντονες διεργασίες μεταμόρφωσης. Αυτές επέφεραν μια πλήρη ανακρυστάλλωση του ανθρακικού ασβεστίου, το οποίο αποτελεί τη μάζα του πετρώματος· επίσης είναι συχνή …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • άσβεστος — Χημική ουσία που είναι γνωστή στο εμπόριο ως σβησμένος ασβέστης και χρησιμοποιείται στην τοιχοποιία ως συνδετικό υλικό. Διακρίνεται στον αεροπαγή ά., που μπορεί να γίνεται συμπαγής και να σταθεροποιηθεί το κονίαμα με την επίδραση του αέρα, και… …   Dictionary of Greek

  • ακτίτης — I Αυτός που κατοικεί στην ακτή, στην παραλία. Επίσης, το πεντελικό μάρμαρο ή ο λίθος που προέρχεται από την πειραϊκή ακτή. (Ορυκτ.) Σκληρός, υπόλευκος ασβεστόλιθος που περιέχει απολιθώματα θαλάσσιων μαλακίων. Βρίσκεται στην Αττική (Ακτή παλαιά,… …   Dictionary of Greek

  • ασβεστόπετρα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 635 μ., 740 κάτ.) στην πρώην επαρχία Εορδαίας του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται στα Ν της Πτολεμαΐδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πτολεμαΐδας. * * * η ο ασβεστόλιθος …   Dictionary of Greek

  • γλυπτική — Σήμερα ονομάζεται γενικά γ., η τέχνη της δημιουργίας ανάγλυφων και oλόγλυφων μορφών. Ο όρος όμως περικλείει δύο ουσιαστικά αντίθετες έννοιες· την καθαυτό γ., εκείνη που, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Άγγελος, «προχωρεί με αφαιρέσεις του περιττού υλικού… …   Dictionary of Greek

  • διαπερατότητα — Η ιδιότητα ενός σώματος να διαπερνάται από το νερό. Η ιδιότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στη γεωργία, στην εφαρμοσμένη γεωλογία και στη φυσική (μαγνητική δ.). (Γεωλ.) Διαπερατά πετρώματα θεωρούνται αυτά που επιτρέπουν τη διέλευση του νερού μέσα …   Dictionary of Greek

  • δολομίτης — I Ορυκτό, διπλό ανθρακικό άλας του ασβεστίου και του μαγνησίου (CaCO3 MgCO3), με αναλογία 54,35% ανθρακικού ασβεστίου (CaCO3) και 45,65% ανθρακικού μαγνησίου (MgCO3). Όταν ένα μέρος του μαγνησίου υποκατασταθεί από σίδηρο (Fe), προκύπτει μια… …   Dictionary of Greek

  • λίθος — ο (AM λίθος, ὁ Α και λίθος, ἡ) 1. τεμάχιο πετρώματος ή βράχου, πέτρα, λιθάρι (α. «τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. β. «στερεὴ λίθος», Ομ. Οδ. γ. «σοὶ δ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο», Ομ. Οδ.) 2. ιατρ. σύγκριμα που σχηματίζεται στα διάφορα όργανα και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.